名詞
词源
源自古希臘語 κῦμα (kûma)。與馬里烏波爾希臘語 ки́ма (kíma)同源。
读音
- /ˈci.ma/
释义
波浪
παλιρροϊκό κύμα
潮汐波
波
浪潮,趨勢
Το δεύτερο κύμα της πανδημίας Covid-19 πλήττει με μεγάλη σφοδρότητα τη χώρα μας.
第二波新冠疫情正重創我國。
2020年 11月25日,「Το δεύτερο κύμα [第二波]」,收錄於Η Εφημερίδα των Συντακτών [記者報]:
词形与写法(1)
| 词形 | 标注 | 转写 |
|---|---|---|
| κύματα | plural |