名詞
词源
源自古希臘語 ἀφορμή (aphormḗ),源自ἀφ’ (aph’) / ἀπό (apó,“從”) + ὁρμή (hormḗ,“攻擊,無力”)。
读音
- /afoɾˈmi/
释义
藉口,理由,原因
Με αφορμή την εισβολή της Πολωνίας, η Βρετανία κήρυξε πόλεμο στην Γερμανία.
以侵略波蘭作為藉口,英國向德國宣戰。
Καλό παιδί ήταν, τόσα χρόνια ποτέ δεν μας έδωσε αφορμή να τον τιμωρήσουμε.
他一直是個好孩子,多年以來都沒有讓我們有理由去懲罰他。
Μην της μιλάς, ψάχνει αφορμή για καυγά.
別跟她講話,她在找理由吵架。
怨恨,怨言
Δεν έχω αφορμή μαζί του.
我對她沒有怨言。
词形与写法(1)
| 词形 | 标注 | 转写 |
|---|---|---|
| αφορμές | plural |