副詞
词源
源自中古希臘語 κάποτε (kápote),源自κἄν (kán) + ποτέ (poté,“曾經”)。
读音
- /ˈkapote/
释义
曾經,之前 (過去不定指時間)
Κάποτε την αγαπούσα αλλά όχι πια.
我曾經愛她,但現在我不再愛了。
之後,以後 (將來不定指時間)
Αν συνεχίσεις, κάποτε θα χάσεις τα πάντα.
要是你繼續,之後你會一敗塗地的。
有時……有時……
Κάποτε μου λέει ότι με αγαπάει, κάποτε όχι.
有時他說他愛我,有時他又不。
Μ’ αυτήν, δεν ήξερες ποτέ· κάποτε έλεγε την αλήθεια, κάποτε ψέματα.
你可不知道,有時她講真話,有時她說謊。