名詞
词源
一個現代或中世紀的αντιδάνειο (antidáneio,“回借詞”),繼承自中古希臘語 μπουκάλιν (mpoukálin),源自威尼斯語 bocal-意大利語 boccale (“罐子,瓶子”),或可能源自西西里語 buccali (“罐子,瓶子”),源自拉丁語 baucalus,源自通用希臘語 βαύκαλις (baúkalis,“用於冷卻葡萄酒的容器”);可能源自中阿特拉斯柏柏爾語或埃及語。
读音
- /buˈka.li/
释义
瓶子
ένα ποτήρι και ένα μπουκάλι κρασί
一個杯子和一瓶葡萄酒
ένα ποτήρι και ένα μπουκάλι του κρασιού
一個杯子和一個酒瓶
瓶子的內容物
Πόσα μπουκάλια μπίρα ήπιατε χθες;
您^(對上級或不熟悉者的稱呼)昨天喝了多少瓶啤酒?
词形与写法(1)
| 词形 | 标注 | 转写 |
|---|---|---|
| μπουκάλια | plural |