名詞
词源
源自古希臘語 ὄργανον (órganon)。
读音
- /ˈoɾ.ɣa.no/
释义
器官
Η καρδιά είναι ένα όργανο του ανθρώπινου σώματος.
心臟是人體的一個器官。
樂器
μουσικό όργανο
樂器
樂器
管風琴
μουσικό όργανο
樂器
器具,器械,儀器
(非正式或稱謂) 警察
词形与写法(1)
| 词形 | 标注 | 转写 |
|---|---|---|
| όργανα | plural |
希腊语词典 el
按源词条展示释义、读音与词形等已收录信息。
源自古希臘語 ὄργανον (órganon)。
器官
Η καρδιά είναι ένα όργανο του ανθρώπινου σώματος.
心臟是人體的一個器官。
樂器
μουσικό όργανο
樂器
樂器
管風琴
μουσικό όργανο
樂器
器具,器械,儀器
(非正式或稱謂) 警察
| 词形 | 标注 | 转写 |
|---|---|---|
| όργανα | plural |
词典正文来自中文维基词典「όργανο」及其贡献者与修订历史,由 Kaikki.org / Wiktextract 提取,本站合并重复记录并调整展示格式。词典正文按 CC BY-SA 4.0 使用;引文保留源记录中的出处。查看来源、处理说明与原数据下载。